ποικιλό-διφρος


ποικιλό-διφρος

ποικιλό-διφρος, mit buntem, buntverziertem Wagen, od. solchen Wagenpferden; Orak. bei Poll. 7, 112; Ath. XIII, 568 d.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καλλίδιφρος — καλλίδιφρος, ον (Α) αυτός που έχει ωραίο άρμα («Παλλάδος ἐν πόλει τᾱς καλλιδίφρου θεᾱς ναίουσα», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < καλλ(ι) * + διφρος (< δίφρος «άρμα»), πρβλ. ποικιλό διφρος, ρυσί διφρος] …   Dictionary of Greek

  • χρυσόδιφρος — ον, Μ (για άρμα) αυτός που έχει χρυσό δίφρο. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + δίφρος «έδρα, κάθισμα» (πρβλ. ποικιλό διφρος)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.