ποικιλία


ποικιλία

ποικιλία, , das Buntsein durch Schnitz- oder Bildwerk, Stickerei; dah. übh. die Verzierung, auch Mannichfaltigkeit; στίλβειν ἐν τῇ τῶν ἄλλων χρωμάτων ποικιλίᾳ, Plat. Phaed. 110, d; τῇ περὶ τὸν οὐρανὸν ποικιλίᾳ, Rep. VII, 529, d. ὄψων, III, 404 d; λύρας, Legg. VII. 812 d. Plat. verbindet ὑφαντικὴ καὶ ποικιλία (Stickerei) καὶ οἰκοδομία. Rep. III, 401 a (vgl. ποικιλία τοῦ ῥαφιδευτοῠ, LXX.); καὶ ζωγραφία, II, 373 a; γρα φαὶ ποικιλίαι, Xen. Mem. 3, 8, 10; ποικιλίαις κοσμεῖν λόγον, Isocr. 5, 27; u. so vom Schmucke der Rede übertr., gew. in tadelndem Sinne, Dem. 29, 1 u. Sp.; auch übertr., Geistesgewandtheit, Schlauheit, Pol. 24, 2, 2. – Mannichfaltigkeit, Wechsel, πραγμάτων, Pol. 9, 22, 10.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ποικιλία — ποικιλίᾱ , ποικιλία marking with various colours fem nom/voc/acc dual ποικιλίᾱ , ποικιλία marking with various colours fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ποικιλίᾱ , ποικιλίας fish masc nom/voc/acc dual ποικιλίας fish masc voc sg ποικιλίᾱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποικιλία — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωπονία, για να χαρακτηρίσει ένα άθροισμα ατόμων, τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα άτομα του ίδιου είδους, ως προς ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Βοτανικώς αποτελεί υποδιαίρεση του είδους. Από όλες τις π. και… …   Dictionary of Greek

  • ποικιλίᾳ — ποικιλίαι , ποικιλία marking with various colours fem nom/voc pl ποικιλίᾱͅ , ποικιλία marking with various colours fem dat sg (attic doric aeolic) ποικιλίαι , ποικιλίας fish masc nom/voc pl ποικιλίᾱͅ , ποικιλίας fish masc dat sg (attic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποικιλία — η 1. η διαφορά ανάμεσα σε πολλά πράγματα: Ποικιλία φαγητών. 2. ξεχωριστό είδος: Φέτος σπείραμε μια νέα ποικιλία σιταριού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ποικιλία — [пикилиа] ουσ. Θ. разнообразие, пестрота …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ἡ ποικιλία τερπνόν. — См. Свой хлеб приедчив …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ποικιλίας — ποικιλίᾱς , ποικιλία marking with various colours fem acc pl ποικιλίᾱς , ποικιλία marking with various colours fem gen sg (attic doric aeolic) ποικιλίᾱς , ποικιλίας fish masc acc pl ποικιλίᾱς , ποικιλίας fish masc nom sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποικιλίαι — ποικιλία marking with various colours fem nom/voc pl ποικιλίᾱͅ , ποικιλία marking with various colours fem dat sg (attic doric aeolic) ποικιλίας fish masc nom/voc pl ποικιλίᾱͅ , ποικιλίας fish masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σουλτανίνα — Ποικιλία αμπελιού (οικογένεια Αμπελίδες, δικοτυλήδονα), που καλλιεργείται για την παραγωγή εκλεκτής ποιότητας επιτραπέζιων σταφυλιών και ξερών σταφίδων. Καλλιεργείται στην Τουρκία, Περσία, Αμερική (Καλιφόρνια), Αυστραλία και στην Ελλάδα, με… …   Dictionary of Greek

  • ποικιλίαν — ποικιλίᾱν , ποικιλία marking with various colours fem acc sg (attic doric aeolic) ποικιλίᾱν , ποικιλίας fish masc acc sg (attic epic doric aeolic) ποικιλίας fish masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανθρακίτης — Ποικιλία ορυκτού άνθρακα. Έχει μαύρο γυαλιστερό χρώμα και βρίσκεται μέσα σε πολύ παλαιά πετρώματα του παλαιοζωικού αιώνα. Καίγεται με φλόγα αδύνατη, παράγει ελάχιστα πτητικά προϊόντα (καπνιά) και αναπτύσσει κατά μέσο όρο 8.500 θερμίδες. Η μεγάλη… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.