ποικιλίας


ποικιλίας

ποικιλίας, , ein Fisch, Ath. VIII, 331 e.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ποικιλίας — ποικιλίᾱς , ποικιλία marking with various colours fem acc pl ποικιλίᾱς , ποικιλία marking with various colours fem gen sg (attic doric aeolic) ποικιλίᾱς , ποικιλίας fish masc acc pl ποικιλίᾱς , ποικιλίας fish masc nom sg (attic epic doric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποικιλίας — ὁ, Α είδος ψαριού. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + κατάλ. ίας (πρβλ. ορθ ίας) πιθ. λόγω τού χρώματος τού ψαριού] …   Dictionary of Greek

  • ποικιλία — ποικιλίᾱ , ποικιλία marking with various colours fem nom/voc/acc dual ποικιλίᾱ , ποικιλία marking with various colours fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ποικιλίᾱ , ποικιλίας fish masc nom/voc/acc dual ποικιλίας fish masc voc sg ποικιλίᾱ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σταφίδα — Ο αποξηραμένος μαύρος καρπός της σταφιδαμπέλου, αλλά και η ίδια η σταφιδάμπελος, όπως επίσης και το κτήμα που φέρει φυτεία σταφιδαμπέλου. Ασταφίς και σταφίς ήταν όροι με τους οποίους οι αρχαίοι Έλληνες χαρακτήριζαν κάθε αποξηραμένη σταφυλή. Η… …   Dictionary of Greek

  • μονοτονία — η (ΑΜ μονοτονία) [μονότονος] 1. έλλειψη ηχητικής ποικιλίας που προκαλεί ανία 2. (στη βυζαντινή μουσική) είδος ψαλμωδίας συντεθειμένης σε απλούς και βραχείς χρόνους με γοργό ή δίγοργο σημείο νεοελλ. 1. (για ύφος λόγου) η έλλειψη κάθε περιγραφικής… …   Dictionary of Greek

  • αετονυχολιά — και αϊτονυχολιά, η ονομασία με την οποία χαρακτηρίζεται μία από τις παραλλαγές τής ποικιλίας ελιάς (Καλαμών), λόγω τής ομοιότητας τού καρπού της με τη ρώγα τού σταφυλιού ποικιλίας «αετονύχι». [ΕΤΥΜΟΛ. < αετόνυχο + ελιά] …   Dictionary of Greek

  • θιακός — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Απόστολος. Καταγόταν από την Ιθάκη. Ήταν ναυτικός και ταξίδευε στη Μαύρη θάλασσα, όταν ξέσπασε το κίνημα στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Με κίνδυνο της ζωής του κατόρθωσε να διασώσει τα λείψανα του Ιερού Λόχου. Στην… …   Dictionary of Greek

  • καπνός — I (Βοτ.). Ονομασία που αποδίδεται στο γένος Nicotiana, σε ορισμένα είδη αυτού του γένους και στα ξηραμένα φύλλα αυτών των φυτών. Από το είδος Nicotiana rustica παράγεται ο κ. σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, ωστόσο το παγκόσμιο εμπόριο κ.… …   Dictionary of Greek

  • ποικιλία — Όρος που χρησιμοποιείται στη γεωπονία, για να χαρακτηρίσει ένα άθροισμα ατόμων, τα οποία διαφέρουν από τα υπόλοιπα άτομα του ίδιου είδους, ως προς ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Βοτανικώς αποτελεί υποδιαίρεση του είδους. Από όλες τις π. και… …   Dictionary of Greek

  • πολίτικος — η, ο, θηλ. και ια, Ν [Πόλη] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κωνσταντινούπολη ή αυτός που προέρχεται από την Κωνσταντινούπολη («πολίτικος χαλβάς») 2. το θηλ. ως ουσ. η πολίτικη κοινή ονομασία μιας ποικιλίας τού φυτού που είναι γνωστό με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.