πῑαρός


πῑαρός

πῑαρός, fett, feist, fruchtbar, wie πίων, Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πιαρός — ά, όν, Α [πίαρ] παχύς, λιπαρός, πλούσιος σε λιπώδεις ουσίες …   Dictionary of Greek

  • πιαρά — πιαρός fat neut nom/voc/acc pl πιαρά̱ , πιαρός fat fem nom/voc/acc dual πιαρά̱ , πιαρός fat fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πιαρόν — πιαρός fat masc acc sg πιαρός fat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιαρός — και ιων. τ. φιερός, ή, όν, Α 1. λαμπρός, φωτεινός 2. (για το ανθρώπινο σώμα ή για μέλος του) στιλπνός, ζωηρός, εύρωστος 3. (για ζώο) παχύς («ὄρνιθος φιαρῆς», Νικ. Αλεξ.) 4. (ιδίως για την κρέμα τού γάλατος) λιπαρός («φιαρὴν δὲ ποτοῡ ἀποαίνυσο… …   Dictionary of Greek

  • πιερός — ά, όν, Α εσφ. γρφ. τού πιαρός* …   Dictionary of Greek

  • pei̯(ǝ)-, pī̆- —     pei̯(ǝ) , pī̆     English meaning: fat; milk     Deutsche Übersetzung: “fett sein, strotzen”     Material: O.Ind. páyatē ‘schwillt, strotzt, makes schwellen, strotzen”, pipyuṣī ‘strotzend, milchreich”, Av. (a) pipyūšī “(keine) milk in the… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.