πῖαρ


πῖαρ

πῖαρ, τό, nur nom. u. accus., Fett, Talg, Schmalz; βοῶν, Il. 11, 550. 17, 659; auch ἐλαίης, Ap. Rh. 4, 1133; der Milch, Sol. bei Plut. Sol. 16; übh. das Fetteste, Beste, H. h. Ven. 30; auch Fruchtbarkeit, ἀρούρης, Crinag. 23 (IX, 555). – Als adj. neutr. = πῖον, fett, fruchtbar, μάλα πῖαρ ὕπ' οὖδας, Od. 4, 135, h. Apoll. 60, wo Buttmann Lexil. II p. 47 ff. es auch substantivisch erklärt, indem er πῖαρ ὑπ' οὖδας schreibt, Fett, Fruchtbarkeit erstreckt sich unter dem Boden hin, wo man freilich ὑπ' σὔδει erwarten sollte. Vgl. man πίειρα, so ist wahrscheinlich ein altes adj. πῖαρ anzunehmen, dessen neutr. die Bdtg eines subst. annahm.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πῖαρ — fat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίαρ — τὸ, Α (επικ. και ιων. τ., μόνο σε ονομ. και αιτ.) 1. πάχος, λίπος, ξύγγι («βοῶν ἐκ πῑαρ ἑλέσθαι», Ομ. Ιλ.) 2. κάθε λιπαρή ή παχύρρευστη ουσία («πῑαρ ἐλαίης», Απολλ. Ρόδ.) 3. ο παχύρρευστος χυμός ορισμένων δέντρων 4. το γάλα τής συκιάς 5. οι… …   Dictionary of Greek

  • пиво — укр. пиво, др. русск., цслав. пиво πῶμα, πόσις, болг. пиво, сербохорв. пи̑во, словен. рivо, чеш., слвц. рivо, польск., в. луж., н. луж. рiwо. От пить; см. Траутман, ВSW 228. Ср. фрак. πῖνος, πῖνον ̇ ὁ κρίθινος οἴνος (Аристот. у Афин.; см. Томашек …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Speck — 1. Rückenspeck 2. Bauchspeck Oben: Geräucherter Rückenspeck Unten: Geräucherter und im ganze …   Deutsch Wikipedia

  • ARISTAEUS — I. ARISTAEUS Apollinis (Cicero 6. Ver. dicit, Bacchi) ex Cyrene filia Penei Regis Arcadiae fil. hic deinde in Arcadia regnavit. Hunc primum apum et mellis usum, lactisque coagulum demonstravisle, usumque olei, et alia quamplurima adinvenisle… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • BACCHUS — I. BACCHUS Iovis ex Semele filius. Orpheus in Hymnis. Κιςςοκόμην Διόνυσον ἐρίβρομον ἄρχομ᾿ ἀείδειν. Ζηνὸς καὶ Σεμέλης ἐρικυδέος ἀγλαὸνυἷον. Idem aliô Hymnô Iovis et proserpinae filium putavit. Ε῎υβουλ᾿ ἐυπολύβουλε Διὸς καὶ Περσεφονείας. Hunc Deum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πίδακας — ο / πῑδαξ, ΝΑ νεοελλ. 1. φυσική πηγή που εξακοντίζει προς τα πάνω το νερό εξαιτίας τής πιέσεως 2. τεχνητή πηγή που με ειδική συσκευή εκτοξεύει το νερό προς τα πάνω και έτσι δημιουργεί διάφορα σχήματα που χρωματίζονται φαντασμαγορικά με ειδικές… …   Dictionary of Greek

  • πίων — ῑov και ανώμαλος τ. θηλ. πίειρα Α 1. (κυρίως στον Όμ. και ιδίως για ζώα) παχύς, ευτραφής («ἔθηκ ὄϊος καὶ πίονος αἰγός», Ομ. Ιλ.) 2. (για πρόσ. και ιδίως για άνδρες) σαρκώδης, λιπώδης («καὶ για γαστρώδεις καὶ παχύκνημοι καὶ πίονές εἰσιν ἀσελγῶς»,… …   Dictionary of Greek

  • πιαλέος — α, ον, Α (ιων. ποιητ., μτγν. τ.) 1. παχύς, ευτραφής, σωματώδης («εἰ δ ἐλάσσεις καὶ πενίην, δώσω πταλέον χίμαρον [=τράγο]» Ανθ. Παλ.) 2. πλούσιος, εύπορος («πιαλέος πόσις», Νίκανδρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πῖ αρ «πάχος, λίπος» + επίθημα αλέος (πρβλ. γηρ… …   Dictionary of Greek

  • πιαρός — ά, όν, Α [πίαρ] παχύς, λιπαρός, πλούσιος σε λιπώδεις ουσίες …   Dictionary of Greek

  • πιμελή — η, ΝΑ νεοελλ. το φυτό πιμελέα αρχ. 1. το μαλακό λίπος, το πάχος, το ξίγγι 2. η κορφή, η κρέμα τού γάλακτος. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. πίαρ] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.