πρωτο-λεχής


πρωτο-λεχής

πρωτο-λεχής, ές, zuerst gebärend, Opp. Hal. 4, 197.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ιππολεχής — ἱππολεχής, ές (Α) (για τη Δηώ) αυτή που γέννησε ίππο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἱππ(ο) * + λεχής (< λέχος), πρβλ. γη λεχής, πρωτο λεχής] …   Dictionary of Greek

  • κοινολεχής — κοινολεχής, ές (AM) αυτός που έχει κοινό κρεβάτι με άλλον, συγκοιμώμενος, σύντροφος τού κρεβατιού, σύζυγος ή εραστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < κοινός + λεχής (< λέχος), πρβλ. ορει λεχής, πρωτο λεχής] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.