σκύρον


σκύρον

σκύρον, τό, eine Pflanze, viell. einerlei mit ἄσκυρον, Diosc.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σκύρον — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σκῦρον — Σκῦρος of fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκῦρον — σκῦρος chippings of stone masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύρα — σκύρον neut nom/voc/acc pl σκύρᾱ , σκυράω go mad pres imperat act 2nd sg σκύρᾱ , σκυράω go mad imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύροιο — σκύρον neut gen sg (epic) σκύ̱ροιο , σκῦρος chippings of stone masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύρου — σκύρον neut gen sg σκύ̱ρου , σκῦρος chippings of stone masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύρων — σκύρον neut gen pl σκύ̱ρων , σκῦρος chippings of stone masc gen pl σκυράω go mad imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) σκυράω go mad imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύρῳ — σκύρον neut dat sg σκύ̱ρῳ , σκῦρος chippings of stone masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκίρον — και σκίρρον και εσφ. γρφ. σκῡρον, τὸ, ΜΑ μσν. εσχάρα έλκους, κρούστα, κάκαδο αρχ. 1. ο εξωτερικός φλοιός τού τυριού 2. αποξηραμένες βρομιές, ακαθαρσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκῖρος, (ὁ) «σκληρή γη» με αλλαγή γένους. Ο τ. σκῦρον είναι εσφ. γρφ., πιθ. κατ …   Dictionary of Greek

  • σκύρωι — σκύρῳ , σκύρον neut dat sg σκύ̱ρῳ , σκῦρος chippings of stone masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.