σησαμίς


σησαμίς

σησαμίς, ίδος, ἡ, 1) = σησαμῆ, späterer Ausdruck nach Schol. Ar. Pax 834; Ath. XIV, 646 f ἐκ μέλιτος καὶ σησάμων πεφρυγμένων καὶ ἐλαίου σφαιροειδῆ πέμματα, mit Beisp. aus Eupol. u. Antiphan. – 2) eine Pflanze, sonst σησαμοειδὲς μέγα, Diosc.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σησαμίς — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησαμίς — ίδος, ἡ, Α 1. το γνωστό σήμερα με την κοινή ονομασία φυτό ρεζεντά 2. σησαμῆ*, παστέλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον «σουσάμι» + επίθημα ίς, ίδος (πρβλ. δαφν ίς)] …   Dictionary of Greek

  • σησαμίδα — σησαμίς fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησαμίδας — σησαμίς fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησαμίδες — σησαμίς fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • полба — Обычно сравнивается как родственное с греч. πολφός лапша , πολφοφάκη кушанье из лапши с бобами , πλεφίς ̇ σησαμίς (Гесихий) и далее – с лат. pollenta ячневая каша , роllеn тонкая мука, пыль , pultāre толочь ; см. Младенов, Мel. Мikkola 185 и сл.; …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Baklava — For the Macedonian music group, see Baklava (band). Not to be confused with Balaclava. Baklava Baklava is prepared on large trays and cut into a variety of shapes Origin …   Wikipedia

  • NUPTIAE — a nubendo, quod nova Nupta seu Sponsa flammeô obnupta seu obvelata ad Sponsum olim deducebatur, Alias Matrimonium, Coniugium etc. erat viri et mulieris coniunctio legitima, vitae societatem continens, Ioh. Rosin. Antiqq. Rom. l. 9. c. 3. Quod… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αγαθίς — ἀγαθίς ( ίδος), η (AM) νήμα σφαιρικά τυλιγμένο, κουβάρι μσν. η σησαμίς*. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. συνδέεται με το ἀγαθὸς] …   Dictionary of Greek

  • κεγχραμίς — κεγχραμίς, ίδος, ἡ (Α) 1. ο μικρός σπόρος τού σύκου 2. το κουκούτσι τής ελιάς 3. κάθε λεπτός κόκκος 4. στον πληθ. αἱ κεγχραμίδες τα τραχώματα τών οφθαλμών. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κέγχρος, ο, πιθ. κατά τα καλαμίς, σησαμίς] …   Dictionary of Greek

  • κοφτός — ή, ό (Α κοπτός, ή, όν) [κόπτω] κομμένος («κοφτό μακαρονάκι») νεοελλ. 1. αυτός που γίνεται με κοπή ή τομή («κοφτές βεντούζες») 2. φρ. «κοφτά λόγια» σταράτες κουβέντες, ξεκάθαρα λόγια β) «κοφτή κουταλιά» κουταλιά όχι πολύ γεμάτη, περιεχόμενο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.