πρωτό-πειρος


πρωτό-πειρος

πρωτό-πειρος, zuerst erfahrend, den ersten Versuch machend; κακοπαϑείας, Pol. 1, 61, 4; τῆς τέχνης ἑταίρα, Alexis bei Ath. XIII, 568 a; selten εἴς τι, Jac. Ach. Tat. p. 600.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Αχαΐα — Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και διοικητική διαίρεση (νομός) με πρωτεύουσα την Πάτρα, έκταση 3.209 τ. χλμ. (791 πεδινά, 462 ημιορεινά και 1.956 ορεινά) και πληθυσμό 322.789 κάτ.. Ο νομός συνορεύει στα Α με τον… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.