κόσσυφος


κόσσυφος

κόσσυφος, , att. κόττυφος, vgl. κόψιχος, die Drossel, bes. die Schwarzdrossel, Amsel; Arist. H. A. 9, 19; Ael. H. A. 1, 14; Matro bei Ath. IV, 136 d u. öfter; neben κίχλαι, Diocl. ib. VII, 305 b, wie in der Anth., z. B. M. Arg. 28 (IX, 82). – Bei Paus. 9, 22, 4 eine Art Hähne in Tanagra. – Auch ein Fisch, Plin. H. N.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κόσσυφος — Gloss. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόσσυφος — ο (ΑM κόσσυφος) κότσυφας. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. κόψιχος] …   Dictionary of Greek

  • κόττυφος — κόσσυφος , κόσσυφος Gloss. masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοσσύφοις — κόσσυφος Gloss. masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοσσύφου — κόσσυφος Gloss. masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοσσύφους — κόσσυφος Gloss. masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοσσύφων — κόσσυφος Gloss. masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κοσσύφῳ — κόσσυφος Gloss. masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόσσυφε — κόσσυφος Gloss. masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόσσυφοι — κόσσυφος Gloss. masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κόσσυφον — κόσσυφος Gloss. masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.