πρόϊος, = πρόϊμος, VLL.; Suid. erwähnt auch προϊαίτατος.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προϊός — ο, Ν βιολ. α) το στάδιο ανάπτυξης ενός ιού όταν αυτός ενσωματώνεται σε ένα χρωματόσωμα τού κυττάρου ξενιστή και μεταβιβάζεται έτσι από το γονικό στο θυγατρικό κύτταρο β) αντίγραφο τού ριβονουκλεϊκού οξέος ενός ογκογόνου ιού στο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.