πρεπτός, ausgezeichnet, hervorstechend, verehrungswürdig; Aesch. Eum. 874; Ar. Lys. 1298.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρεπτός — distinguished masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεπτός — ή, όν, Α [πρέπω] διακεκριμένος, περίφημος …   Dictionary of Greek

  • πρεπτά — πρεπτός distinguished neut nom/voc/acc pl πρεπτά̱ , πρεπτός distinguished fem nom/voc/acc dual πρεπτά̱ , πρεπτός distinguished fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεπτῶν — πρεπτός distinguished fem gen pl πρεπτός distinguished masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρεπτόν — πρεπτός distinguished masc acc sg πρεπτός distinguished neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεόπρεπτος — θεόπρεπτος, ον (Α) ο θεοπρεπής. [ΕΤΥΜΟΛ. < θεο * + πρεπτος (< πρέπω), πρβλ. εύ πρεπτος, πάμ πρεπτος] …   Dictionary of Greek

  • μιλτόπρεπτος — μιλτόπρεπτος, ον και, κατά τον Ευστ., μιλτόπρεπος, ον (Α) αυτός που έχει λαμπρό κόκκινο χρώμα, όπως η μίλτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μίλτος + πρεπτος και πρεπος (< πρέπω), πρβλ. θεό πρεπτος] …   Dictionary of Greek

  • πάμπρεπτος — πάμπρεπτος, ον (Α) ο τελείως ξεχωριστός, λαμπρότατος («παμπρέπτοις ἐν ἕδραισιν», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + πρεπτός (< πρέπω), πρβλ. εύ πρεπτος] …   Dictionary of Greek

  • εύπρεπτος — εὔπρεπτος, ον (Α) επιφανής, ένδοξος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πρεπτός (< πρέπω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.