θύσιμος


θύσιμος

θύσιμος, ον, zum Opfern tauglich; κτήνεα Her. 1, 50; Ar. Ach. 784; ἰχϑύων δὲ ϑύσιμος οὐδεὶς οὐδὲ ἱερεύσιμός ἐστι Plut. Symp. 8, 8, 3.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • θύσιμος — θύσιμος, ον (Α) [θύω (I)] 1. κατάλληλος για θυσία («θύσιμα κτήνεα», Ηρόδ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ θύσιμον το ζώο που προορίζεται για θυσία …   Dictionary of Greek

  • θύσιμος — fit for sacrifice masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύσιμον — θύσιμος fit for sacrifice masc/fem acc sg θύσιμος fit for sacrifice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυσίμων — θύσιμος fit for sacrifice masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύσιμα — θύσιμος fit for sacrifice neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυσία — Όρος που, υπό ευρεία έννοια, αναφέρεται στην τελετουργική ανάλωση ενός αγαθού. Στον όρο θ. εντάσσεται μεγάλη ποικιλία θρησκευτικών γεγονότων, τα οποία θα μπορούσαν να περιληφθούν σε τρεις θεμελιώδεις κατηγορίες: την προσφορά των απαρχών (των… …   Dictionary of Greek

  • ιερεύσιμος — ἱερεύσιμος, ον (Α) [ιέρευσις] ο κατάλληλος για θυσία («ἰχθύων θύσιμος οὐδεὶς οὐδὲ ἱερεύσιμός ἐστιν», Πλούτ.) …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.