προς-πλάζω, = προςπελάζω, aus dem es verkürzt ist, sich nähern, nahe herankommen (oder anplatschen, heranrauschen?); κῠμα δέ μιν προςπλάζον ἐρύκεται, Il. 12, 285; ἡ δὲ (λίμνη) προςέπλαζε γενείῳ, Od. 11, 583.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πλάζω — (I) Α (ποιητ. τ.) 1. κάνω κάποιον να περιπλανάται, τόν εκτρέπω από τον δρόμο του και από τον σκοπό του, παραστρατίζω (α. «ἀλλά με δαίμων πλάγξ ἀπὸ Σικανίης δεῡρ ἐλθέμεν», Ομ. Οδ. β. «Σκύρου μὲν ἅμαρτεν, ἵκοντο εἰς Ἐφύραν πλαγχθέν τες», Πίνδ.) 2.… …   Dictionary of Greek

  • υπερπλάζω — Α κάνω κάτι να πλανάται προς διάφορες κατευθύνσεις σε μεγάλο ύψος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πλάζω «κάνω κάποιον να περιπλανάται»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.