πρωΐτερον, adv. comp. zu πρωΐ, w. m. s.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρωίτερον — πρωί early in the day masc acc sg πρωί early in the day neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρωτερικός — ή, όν, ΜΑ πρόωρος, πρώιμος (α. «Σέλευκος δ ἐν γλώσσαις πρῳτερικήν φησι καλεῑσθαι γένος τι συκῆς», Αθήν. β. «πρῳτερικὸν παιδίον» πρόωρα ανεπτυγμένο παιδί, Ησύχ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πρωίτερον, συγκριτ. βαθμός τού επιρρ. πρωΐ] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.