πρός-πεινος

πρός-πεινος, hungrig, N. T., Act. 10, 10.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσπεινος — ον, Α πεινασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + πεινος (< πεῖνα), πρβλ. ἔκ πεινος] …   Dictionary of Greek

  • οξύπεινος — ὀξύπεινος, ον (Α) 1. (για αετό) αυτός που πεινάει πολύ, αδηφάγος, λαίμαργος 2. (για πρόσ.) πειναλέος 3. μτφ. αυτός που αισθάνεται μεγάλη επιθυμία για κάτι («πρὸς τοὺς λόγους ὀξύπεινος», Πλούτ.). επίρρ... ὀξυπείνως (Α) με μεγάλη πείνα, με… …   Dictionary of Greek

  • Papyrus 62 — Manuskripte des Neuen Testaments Papyri • Unziale • Minuskeln • Lektionare Papyrus 62 Name Papyrus Osloensis Text Matthäus † Sprache …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.