πρός-χορδος [2]

πρός-χορδος, zu den Saiten gestimmt, übh. im Einklange womit, übereinstimmend, ἀποδιδόντας πρόςχορδα τὰ φϑέγματα τοῖς φϑέγμασι, Plat. Legg. VII, 812 d, wo entgegengesetzt ist ἑτεροφωνία, ποικιλία τῆς λύρας.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσχορδος — ον, Α 1. προσαρμοσμένος σε έγχορδο μουσικό όργανο 2. αυτός που βρίσκεται σε αρμονία ή σε συμφωνία με κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + χορδος (< χορδή)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.