πρόςκρουσις

πρόςκρουσις, , das Anstoßen, auch = πρόςκρουμα, Plut. Cic. 34, oft.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσκρουσις — dashing against fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσει — πρόσκρουσις dashing against fem nom/voc/acc dual (attic epic) προσκρούσεϊ , πρόσκρουσις dashing against fem dat sg (epic) πρόσκρουσις dashing against fem dat sg (attic ionic) προσκρούω knock against aor subj act 3rd sg (epic) προσκρούω knock… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσεις — πρόσκρουσις dashing against fem nom/voc pl (attic epic) πρόσκρουσις dashing against fem nom/acc pl (attic) προσκρούω knock against aor subj act 2nd sg (epic) προσκρούω knock against fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσεσι — πρόσκρουσις dashing against fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσεσιν — πρόσκρουσις dashing against fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσηι — πρόσκρουσις dashing against fem dat sg (epic) προσκρούσῃ , προσκρούω knock against aor subj mid 2nd sg προσκρούσῃ , προσκρούω knock against aor subj act 3rd sg προσκρούσῃ , προσκρούω knock against fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσκρούσης — πρόσκρουσις dashing against fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσκρουσιν — πρόσκρουσις dashing against fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσοχθισμός — ὁ, Α [προσοχθίζω] (κατά τον Ησύχ.) «πρόσκρουσις, δεινοπάθεια, πάθος γνώμης, συμπάθεια» …   Dictionary of Greek

  • πρόσκρουση — η / πρόσκρουσις, ούσεως, ΝΑ [προσκρούω] το να προσκρούει κανείς πάνω σε κάποιον ή κάτι, το να έρχεται σε βίαιη επαφή, σε σύγκρουση νεοελλ. 1. σκόνταμμα 2. μτφ. σύγκρουση αρχ. προσβολή ή δυσαρέστηση κάποιου …   Dictionary of Greek

  • προσκρούσεων — προσκρούσεω̆ν , πρόσκρουσις dashing against fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.