πρός-ηβος

πρός-ηβος, dem reisen Jugendalter nahe; Xen. Cyr. 1, 4, 4; Ael. V. H. 3, 32.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • έφηβος — ο, η (ΑΜ ἔφηβος, ὁ, Α δωρ. τ. ἔφαβος) αυτός (ή αυτή) που βρίσκεται στην εφηβική ηλικία, στην ήβη (περίπου από 18 μέχρι 21 ετών), ο νέος (ή η νέα) («ἐπιμελεῑσθαι τῶν ἐφήβων», Αριστοτ.) αρχ. 1. φρ. «εἰς τοὺς ἐφήβους ἐγγραφῆναι» να γραφούν στα… …   Dictionary of Greek

  • πρόσηβος — ον, Α αυτός που πλησιάζει την εφηβική ηλικία. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ηβος (< ἥβη), πρβλ. ἔφ ηβος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.