πρόσθε

πρόσθε, ion. u. poet. statt πρόσϑεν, w. m. s.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πρόσθε — Α επίρρ. βλ. πρόσθεν …   Dictionary of Greek

  • πρόσθε — πρόσθεν before ionic (poetic indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθεν — και δωρ. και αιολ. τ. πρόσθα και δωρ. τ. πρόθεν, πρόθθα και πρόστα Α Α (ως πρόθ. με γενική) Ι. τοπ. 1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι (α. «νῆσος... πρόσθε Σαλαμῑνος τόπων», Αισχύλ.) β. «στῆ δὲ πρόσθ αὐτοῑο», Ομ. Ιλ.) 2. για κάποιον ή για κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • πους — Όρος που δηλώνει τη μετρική μονάδα των ελληνικών και λατινικών στίχων. Διακρίνουμε στους π. μία άρση (ισχυρή συλλαβή, συνήθως μακρά, στην οποία πέφτει ο ρυθμικός τόνος) και μία θέση (ασθενή συλλαβή). Η βραχεία συλλαβή (υ) υπολογιζόταν ως μετρική… …   Dictionary of Greek

  • ARCAS — I. ARCAS Armeniae minoris urbs. Antonin. II. ARCAS Iovis et Callistûs fil. parum abfuit; quin matrem, a Iunone in ursam conversam, interimeret. Postea, cum illa inter sidera relatus. Ι῎ςτρος δέ φησιν, Θεμιςτοῦς καὶ Διὸς ὁ Λ᾿ρκὰς ἐγένετο. Ita… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • CHIMAERA — I. CHIMAERA mcns Lyciae ignivomus, in cuius cacumine leones habitant: in medio autem, ubi pacuis abundat, caprae; in radicibus autem serpentes. Hinc factus fabulae locus, Chimaeram monstrum esse, quod flammas evomat, caput et pectus leonis habens …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SALAMIS vel SALAMIN — SALAMIS, vel SALAMIN hodie Coluri, teste Sophianô, insula sinus Saronici, inter Peloponnesum et Atticam, Aeginae proxima. Dionysius v. 511. Πρόςθε δὲ Σουνιάδος κορυφῆς, ἐφύπερθεν Α᾿βάντων Φαίνονται Σαλαμίς τε καὶ Αἰγίνης πτολιέθρον. Olim Cychria …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SUNIUM — promontor. Capo delle Colonne, teste Sophianô, sic ob multas columnas marmoreas ibi exsistentes dictum, promontor. Atticae inter Piraeeum portum Athenarum ad occasum, 37. mill. pass. cum oppido cognomine, teste Cicerone, l. 7. ad Attic. Ep. 3. et …   Hofmann J. Lexicon universale

  • TRICTRACUS — ὀνοματοπεποιημένως, a sono, quem calculi in tabula moti faciunt, ludi genus vocatur, in quo calcoli ad tesserarum iactum sic arte fortunam temperante varie moventur, olim hodieque in usu, ratione ludendi in quibu sdam saltem diversâ. Et quidem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εξαιτώ — (AM ἐξαιτῶ, έω) μέσ. ἐξαιτοῡμαι ζητώ παρακλητικά να μού δοθεί κάτι («δὸς πᾱσιν ἡμῑν ὥσπερ ἐξαιτούμεθα», Σοφ.) αρχ. 1. ζητώ ή απαιτώ κάτι 2. ζητώ σε γάμο 3. αξιώνω την παράδοση κάποιου, κυρίως δούλου, για βασανισμό ή ανάκριση με βασανιστήρια… …   Dictionary of Greek

  • ιάπτω — ἰάπτω (Α) 1. ρίχνω εναντίον, εκσφενδονίζω («τόξοις ἰάπτειν μητέτ εἰς ἡμᾱς βέλη», Αισχύλ.) 2. πλήττω, χτυπώ («πρόσθε πυλᾱν κεφαλὰν ἰάψειν» μπροστά στις πύλες θα χτυπήσει το κεφάλι του, Αισχύλ.) 3. (για όπλο) τραυματίζω, διατρυπώ 4. βλάπτω, ζημιώνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.