προ-πόλιος, 1) = προπόλεος, w. m. s. – 2) vor der Zeit graues Haar habend, Poll. Bei Ath. XIV, 622 c ist προπόλιον ἐξ ἑρπύλλου περιϑέμενοι eine Art Maske, wie es scheint.


Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προπόλιος — ον, Α 1. αυτός τού οποίου ασπρίζουν τα μαλλιά του πριν από την ώρα του, πρόωρα 2. φρ. «προπόλιον ἐξ ἑρπύλλου» είδος προσωπίδας κατασκευασμένης από το φυτό έρπυλλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πολιός «φαιός, γκρίζος»] …   Dictionary of Greek

  • List of medical roots, suffixes and prefixes — This is a list of roots, suffixes, and prefixes used in medical terminology, their meanings, and their etymology. There are a few rules when using medical roots. Firstly, prefixes and suffixes, primarily in Greek, but also in Latin, have a… …   Wikipedia

  • πρόξενος — Άμισθος ή έμμισθος κρατικός υπάλληλος, ο οποίος εδρεύει μόνιμα στο έδαφος αλλοδαπού κράτους, με τη συγκατάθεση του τελευταίου, και έχει ως αποστολή να εξυπηρετεί τα συμφέροντα ή να διεκπεραιώνει υποθέσεις των πολιτών του κράτους που εκπροσωπεί ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.