προςπορπᾱτός

προςπορπᾱτός (adj. verb. zu προςπορπάω), (mit der Spange) angesteckt, angeheftet, οἵῳ δεσμῷ προςπορπ., Aesch. Prom. 141.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσπορπατός — προσπορπᾱτός , προσπορπατός fastened on masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορπατός — ή, όν, θηλ. και ός, Α προσαρμοσμένος, καρφωμένος με πόρπη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + πορπῶ (< πόρπη) + επίθημα τος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.