προςπορεύομαι

προςπορεύομαι, pass., hinzugehen, τινί, zu Einem, Pol. 4, 3, 13; an Etwas gehen, sich an Etwas machen, εὐλαβῶς προςπορεύεσϑαι πρὸς πᾶν παρὰ τὴν κοινὴν ἔννοιαν λεγόμενον, 10, 27, 8; aber προςπορεύεσϑαι πρὸς τὴν ἀγορανομίαν ist = sich um die Aedilität bewerben, 10, 4, 1 u. öfter, mit der v. l. προπορ.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσπορεύομαι — και δωρ. τ. ποτιπορεύομαι Α 1. πορεύομαι προς κάποιον, πλησιάζω κάποιον, σιμώνω 2. προσπαθώ να πετύχω κάτι, επιδιώκω κάτι, συνήθως αξίωμα («προσπορευομένου πρὸς τὴν ἀγορανομίαν», Πολ.) 3. επιδιώκω τη σύναψη δανείου 4. επιζητώ τη μίσθωση, την… …   Dictionary of Greek

  • προσπορεύεσθε — προσπορεύομαι go to pres imperat mp 2nd pl προσπορεύομαι go to pres ind mp 2nd pl προσπορεύομαι go to imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευομένων — προσπορεύομαι go to pres part mp fem gen pl προσπορεύομαι go to pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευόμενον — προσπορεύομαι go to pres part mp masc acc sg προσπορεύομαι go to pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορεύσεται — προσπορεύομαι go to aor subj mp 3rd sg (epic) προσπορεύομαι go to fut ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορεύῃ — προσπορεύομαι go to pres subj mp 2nd sg προσπορεύομαι go to pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευθῆναι — προσπορεύομαι go to aor inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευθέντων — προσπορεύομαι go to aor part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευομένης — προσπορεύομαι go to pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευομένοις — προσπορεύομαι go to pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπορευομένου — προσπορεύομαι go to pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.