προς-πηχύνομαι

προς-πηχύνομαι, noch dazu umarmen; Callim. Iov. 46; ποτιπηχ., Rhian.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προσεπηχύναντο — προσεπηχύ̱ναντο , πρόσ πηχύνομαι aor ind mp 3rd pl προσεπηχύ̱ναντο , πρόσ πηχύνω take in one s arms aor ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπηχύνομαι — και δωρ. τ. ποτιπηχύνομαι Α αγκαλιάζω κάποιον ακόμη. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * / ποτι (βλ. λ. ποτί) + πηχύνομαι «πιάνω με την παλάμη»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.