αἰθιοπίδα

  • 1 Αἰθιοπίδα — Αἰθίοψ Burnt face fem acc sg Αἰθιοπίς Burnt face fem acc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 μέμνων — I Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας, γιος του Τιθωνού και της Ηούς. Την περίοδο του Τρωικού πολέμου προσέφερε βοήθεια στον θείο του Πρίαμο (αδερφός του Τιθωνού από τον Λαομέδοντα). Σύμφωνα με τη Μικρή Ιλιάδα …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.