διακρίνουσι

  • 1 διακρινοῦσι — διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another aor subj pass 3rd pl (epic) διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) διακρῐνοῦσι , διακρίνω separate one from another fut ind act 3rd pl… …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2 διακρίνουσι — διακρί̱νουσι , διακρίνω separate one from another aor subj act 3rd pl (epic) διακρί̱νουσι , διακρίνω separate one from another pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διακρί̱νουσι , διακρίνω separate one from another pres ind act… …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3 ποντικός — Κοινό όνομα με το οποίο χαρακτηρίζονται τα Τρωκτικά, που ανήκουν στην υποοικογένεια των μυϊνών, της μεγάλης οικογένειας των Μυϊδών. Μια τυπική μορφή των απλοδόντων αυτών είναι ο γνωστός κατοικίδιος ποντικός (mus musculus), που έχει μήκος 16 18 εκ …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.