προ-ραχία

  • 1 πρόραχος — ὁ, Α πιθ. βράχος που προεξέχει προς τη θάλασσα και σχηματίζει σπήλαια. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ῥαχία «απότομη και πετρώδης ακτή»] …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.