σαιρός

  • 1 σαιρός — Α (κατά τον Ησύχ.) βλ. σαρός …

    Dictionary of Greek

  • 2 σάρος — Μικρό νησί στο Καρπάθιο πέλαγος. Ονομάζεται και Σαρία ή Σαριά. Το νησί, που ήταν κατοικημένο στα αρχαία χρόνια, ανήκε τον 5o αι. π.Χ. στην ομοσπονδία της Αθήνας. * * * ο, ΝΑ, και σαρός και σαιρός Α νεοελλ. αστρον. περίοδος 18 ετών και 11, 3… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.