σεχταρισμός

  • 1 σεχταρισμός — ο, Ν βλ. σεκταρισμός …

    Dictionary of Greek

  • 2 Сектантство — (греч. σεχταρισμός«учение, направление, школа»)  религиозное течение с иной отличной от неизменного религиозного первоисточника трактовкой Библии, Корана, Веды и т. д. То, что на языке самой церкви называется «ересью». В России… …

    Википедия

  • 3 σεκταρισμός — Όρος που χρησιμοποιείται στο εργατικό κίνημα και σημαίνει την απόσπαση ή και την απομόνωση των επαναστατικών εργατικών οργανώσεων από τις εργατικές μάζες. Στα τελευταία χρόνια σεκταριστικές τάσεις εκδηλώθηκαν κυρίως στις χώρες της Ν. Αμερικής,… …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.