ἐΰκρημνος

  • 1 εΰκρημνος — ἐΰκρημνος, ον (Α) αυτός που έχει ωραίους, μεγαλοπρεπείς γκρεμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ (εϋ) + κρημνός] …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.