ἐριφιήματα

  • 1 έριφος — ο και η (AM ἔριφος) 1. νεαρός γόνος αίγας, ερίφι, κατσίκι 2. γένος κολεόπτερων εντόμων τής οικογένειας τών κεραμβυκιδών αρχ. 1. (το αρσ. στον πληθ.) οἱ Ἔριφοι αστερισμός που η επιτολή του συμπίπτει με καιρικές μεταβολές και θύελλες 2. φρ. «ἐπ’… …

    Dictionary of Greek

  • 2 παιδαριήματα — (Α) (κατά τον Ησύχ.) «παιδάρια». [ΕΤΥΜΟΛ. < παιδάριον (πρβλ. εριφιήματα, καρυήματα)] …

    Dictionary of Greek

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.